Καθισμένος με τα χέρια σταυρωμένα
επάνω σε ένα κρύο παγκάκι στο σταθμό του μετρό
είσαι εκεί και περιμένεις το δρομολόγιο των 7.30
κλεισμένος μέσα στο παλτό σου
ένα τύπος διαβάζει με προσοχή τις οδηγίες
στο αυτόματο μηχάνημα του καφέ
και ένα παιδάκι βυθίζεται μέσα σε ένα γλυκό
το ρολόι απέναντι στο τοίχο
δείχνει 1.10  εδώ και δυο χρόνια
το όνομα του σταθμού είναι
μισοσβησμένο από την υγρασία
ένα Πόστερ στο τοίχο  που κάποιος έφτιαξε πρόχειρα
λέει « Έλα στην Τυνησία»
υπάρχει θάλασσα βελουδένια και ένας φοίνικας
και εσύ που σκέπτεσαι να φύγεις μακριά…
να πας μακριά, μακριά………
να πας μακριά, μακριά………
από το ανοιχτό ραδιοφωνάκι
σου έρχονται οι νότες μιας ορχήστρας τζαζ
ένας ηλικιωμένος με γυαλιά παχιά ένα δάχτυλο
ψάχνει τι λύση στο περιοδικό με τα κουίζ
δύο γυναίκες συζητάνε
με τα χέρια γεμάτα από σακούλες του σουπερ μάρκετ
και μια εφημερίδα ανοιχτή στη σελίδα των κινηματογράφων.
πάνω στις γραμμές του τρένου πόση ζωή πέρασε
και πόση θα περάσει ακόμη
ένα ζευγαράκι νέων σφιχταγκαλιασμένο
ανταλλάσσει υποσχέσεις για μια αιωνιότητα μαζί
ένας άντρας παραπονιέται δυνατά
για την κυβέρνηση και την αστυνομία
και εσύ που εντωμεταξύ ονειρεύεσαι  ακόμη
ονειρεύεσαι πάντα να φύγεις μακριά…
να πας μακριά, μακριά………
να πας μακριά, μακριά………
Είσαι εκεί και περιμένεις το δρομολόγιο των 7.30
κλεισμένος μέσα στο παλτό σου
καθισμένος επάνω σε ένα κρύο παγκάκι στο σταθμό του μετρό…